
Την γνώρισα ως γραφίστρια, όταν ακόμα έφτιαχνε εικόνες για περιοδικά κόμικ, αστυνομικά βιβλία και διάφορα αδιάφορα cd. Πέρασαν χρόνια, χαθήκαμε, και τελικά την είδα τυχαία να χορεύει σε μια έκθεση «μόδας από χαρτί». Έκανε όπως έμαθα ένα γερό restart στον υπολογιστή της, σηκώθηκε όρθια και άρχισε να φτιάχνει εικόνες με το σώμα της. «Τελικά αν κάνεις αυτό που γουστάρεις, πιάνει. Βρίσκετε κόσμος που σε πιστεύει!» μας είπε.
Στα γκλάμουρους εγκαίνια της έκθεσης τα ξωτικά του στυλ την κοιτούσαν με κρυφή απορία και φλασάκια έλαμπαν γύρω της. Μέσα στον όχλο ένας πρίγκιπας πλησίασε και της φίλησε το χέρι. Ήταν η πρώτη της φορά όπως μας είπε.
Μίλησα με την μητέρα της που ήταν εκεί, κοντά της. Τόσο περιφανή και υποστηρικτική που καταντούσε τερατώδες. Αντί να της ψαλιδίζει τα όνειρα, όπως κάθε παραδοσιακή ελληνίδα μητέρα, της ψαλίδιζε υφάσματα και της κεντούσε πέπλα. Στα χέρια της κρατούσε μια αιώνια νυφούλα και την παρέδιδε απλόχερα σε όποιον προσκυνούσε. Ήταν ότι ήθελε να είναι. Δική της για πάντα και αιώνια αλλού παρμένη.
